Η προσβολή της Πατρότητας τέκνου

Σύμφωνα με το τεκμήριο καταγωγής από γάμο, ένα τέκνο που θα γεννηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου ή εντός 300 ημερών από τη λύση του, θεωρείται ότι κατάγεται από τον γάμο της μητέρας του και επομένως ότι πατέρας του είναι ο σύζυγος της μητέρας του. Εάν όμως κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δηλαδή αν ο πατέρας του παιδιού δεν είναι ο σύζυγος της μητέρας του, τότε η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί είναι η δικαστική προσβολή πατρότητας του τέκνου.

Προκειμένου να εγείρει κανείς μια τέτοια Δίκη, θα πρέπει να καταθέσει αγωγή προσβολής πατρότητας. Δικαίωμα να καταθέσουν τέτοια αγωγή έχουν τα εξής πρόσωπα:  α) Ο σύζυγος της μητέρας (και τεκμαιρόμενος πατέρα του τέκνου), 2) Ο πατέρας ή η μητέρα του συζύγου, εάν αυτός πέθανε χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα προσβολής της πατρότητας, 3) το τέκνο, 4) η μητέρα του τέκνου και 5) ο άνδρα με τον οποίο η μητέρα, ευρισκόμενη σε διάσταση με τον σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου (δηλ. ο εραστής). Το δικαίωμα καθενός εκ των ανωτέρω προσώπων είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο, υπάρχει δε διαφορετική προθεσμία άσκησης σε καθένα από αυτά τα πρόσωπα. Το δικαίωμα άσκησης αγωγής προσβολής πατρότητας αποκλείεται: 1) για τον σύζυγο της μητέρας, κατόπιν παρέλευσης ενός (1) έτους από τότε που πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η σύλληψη του τέκνου δεν έγινε από αυτόν και, σε κάθε περίπτωση, αφού περάσουν πέντε (5) έτη από τον τοκετό, 2) για τον πατέρα ή την μητέρα του συζύγου, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από τότε που έμαθαν τον θάνατο του υιού τους και τη γέννηση του τέκνου, 3) για το τέκνο, κατόπιν παρέλευσης ενός (1) έτους από την ενηλικίωσή του, 4) για την μητέρα, κατόπιν παρέλευσης ενός (1) έτους από τον τοκετό ή εάν υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη προσβολή κατά την διάρκεια του γάμου, έξι (6) μήνες από τότε που λύθηκε ή ακυρώθηκε ο γάμος και 5) για τον άνδρα που είχε σαρκική συνάφεια με την μητέρα, αφότου περάσουν δύο (2) έτη από τον τοκετό. Η καθιέρωση προθεσμιών από τον νόμο και δη σημαντικά σύντομων, υποκινήθηκε από την σκέψη ότι το ζήτημα της καταγωγής ή όχι από γάμο δεν μπορεί να εκκρεμεί συνεχώς και επ’ αόριστον.

Η διαδικασία αυτή παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες δεδομένου ότι αν για παράδειγμα αγωγή ασκήσει ο άνδρας που είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα (για να αποδείξει ότι το τέκνο είναι δικό του), τότε η μητέρα και το τέκνο είναι και οι δύο διάδικοι με αποτέλεσμα η μητέρα να μη μπορεί να εκπροσωπήσει το ανήλικο τέκνο της στη Δίκη ως κηδεμόνας, λόγω ενδεχόμενης σύγκρουσης συμφερόντων.

Κατά συνέπεια ο νόμος απαιτεί πριν την έγερση της αγωγής τον διορισμό ειδικού επιτρόπου ανηλίκου τέκνου προκειμένου να το εκπροσωπήσει στη δίκη, κάτι που βεβαίως γίνεται και αυτό δικαστικά.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο ως αρμόδιο Δικαστήριο να δικάσει μία τέτοια Δίκη, κρίνει με βάση κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο που στην περίπτωση αυτή είναι ιδίως εξετάσεις αίματος, DNA κλπ.

Αν η πατρότητα προσβληθεί δικαστικά και κριθεί ότι δεν ισχύει το τεκμήριο καταγωγής από γάμο, τότε μόλις η απόφαση γίνει αμετάκλητη παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα και χάνεται αναδρομικά κάθε συγγένεια του τέκνου με τον σύζυγο της μητέρας του. Εξυπακούεται δε ότι αν η αγωγή ασκηθεί από τον "εραστή" της μητέρας, τότε ευδοκίμησή της επιφέρει και εκούσια αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου. 

Δείτε εδώ μία σχετική απόφαση που εξεδόθη για αλλοδαπούς πελάτες μας.