Υιοθεσία

Όταν ένα ζευγάρι αδυνατεί για οποιοδήποτε λόγο να αποκτήσει παιδί μπορεί να καταφύγει στο θεσμό της υιοθεσίας. Ως θεσμός ιδιωτικού δικαίου η υιοθεσία διέπεται από τα άρθρα 1542-1588 του Αστικού Κώδικα, στα οποία προβλέπονται ειδικά η διαδικασία της υιοθεσίας, οι απαραίτητες προϋποθέσεις για αυτόν που επιθυμεί να υιοθετήσει αλλά και τον υιοθετούμενο και οι συνέπειες της νομικής πράξης της υιοθεσίας. Βασική αρχή που διέπει το δίκαιο της υιοθεσίας, όπως και το οικογενειακό δίκαιο εν γένει, είναι το συμφέρον του τέκνου.

Η υιοθεσία διακρίνεται σε δημόσια, ιδιωτική και διακρατική. Ο υποψήφιος θετός γονέας ή οι υποψήφιοι θετοί γονείς μπορούν να επιλέξουν όποιο είδος επιθυμούν. Ειδικότερα, εάν οι θετοί γονείς γνωρίζουν το ανήλικο παιδί που αποφάσισαν να υιοθετήσουν  πρόκειται για ιδιωτική, για την οποία ακολουθείται η διαδικασία που ορίζει ο Αστικός Κώδικας και διαρκεί μικρότερο χρονικό διάστημα συγκριτικά με τη δημόσια. Η δημόσια υιοθεσία αφορά την απεύθυνση σε κρατικό ίδρυμα και συνήθως η διαδικασία μπορεί να κρατήσει αρκετά χρόνια. Τέλος, εάν οι θετοί γονείς και το υιοθετούμενο προέρχονται από διαφορετικές χώρες, ακολουθείται η διαδικασία της διακρατικής υιοθεσίας.



Σχετικά με την ιδιωτική υιοθεσία κατά το νέο δίκαιο υπάρχουνε πέντε βασικές θετικές ουσιαστικές προϋποθέσεις της υιοθεσίας και ένα και μοναδικό κώλυμα.

Απαραίτητες προϋποθέσεις για να ξεκινήσει η διαδικασία της υιοθεσίας είναι:

α) ο ενήλικας που επιθυμεί να υιοθετήσει ένα τέκνο πρέπει να έχει συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας του και να μην έχει ξεπεράσει το 60ο έτος.

β) Η διαφορά ηλικίας του θετού γονέα  με το ανήλικο τέκνο δεν πρέπει να είναι μικρότερη των 18 ετών και μεγαλύτερη των 50 ετών.

γ) Ο θετών γονέας απαιτείται να έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία. Είναι ανίκανοι να υιοθετήσουν όσοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, αυτοί που βρίσκονται σε μερική δικαστική συμπαράσταση ειδικά ως προς τη δήλωση της συναίνεσης για υιοθεσία, καθώς και όσοι κατά το χρόνο τέλεσης της υιοθεσίας δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

δ)Για την τέλεση της υιοθεσίας απαιτείται η συναίνεση των ενδιαφερόμενων μερών, δηλαδή αφενός αυτού που υιοθετεί και αφετέρου των προσώπων που εμφανίζονται από την πλευρά του ανήλικου παιδιού, δηλαδή των φυσικών γονέων του ή των επιτρόπων του. Από την πλευρά του παιδιού κατά κανόνα συναινούν οι φυσικοί γονείς του, μετά πάντως από την πάροδο τριών μηνών από τη γέννησή του.

ε)Σε περίπτωση που ο θετών γονέας είναι παντρεμένος, απαιτείται επιπλέον να έχει τη συναίνεση του έτερου συζύγου, η οποία δίδεται με αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Δικαστήριο. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν απαιτείται οι ως άνω προϋποθέσεις να συντρέχουν και στο πρόσωπο του έτερου συζύγου που δεν ενδιαφέρεται για την υιοθεσία αλλά απλώς συναινεί.

δ)Τέλος η μοναδική αρνητική προϋπόθεση τέλεσης της υιοθεσίας είναι η ανυπαρξία και άλλου θετού γονέα.



ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ

Η υιοθεσία είναι μία νομική πράξη με σπουδαίες συνέπειες στη φυσική οικογένεια του υιοθετούμενου, στη θετή του οικογένεια και κυρίως στο ίδιο το ανήλικο. Για το λόγο αυτό ο νομοθέτης δεν αρκείται σε ένα σχετικά απλό τύπο, όπως θα ήταν η συμβολαιογραφική πράξη ή η δήλωση στο ληξιαρχείο, αλλά απαιτεί την έκδοση δικαστικής απόφασης μετά από αίτηση του υποψήφιου γονέα.



Αρχικά πριν τη διαδικασία στο ακροατήριο, διεξάγεται από την αρμόδια Κοινωνική Υπηρεσία της Περιφέρειας(Τμήμα Υιοθεσιών) επισταμένη κοινωνική έρευνα κατά την οποία εξετάζονται οι υποψήφιοι γονείς. Η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αποφαίνεται με ένα πόρισμα περί της καταλληλότητας των γονέων για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου. Το ως άνω πόρισμα κατατίθεται στο δικαστήριο και παίζει σπουδαίο ρόλο για τη δικαστική κρίση. Συνυποβαλλόμενα στο Δικαστήριο έγγραφα πλην του πορίσματος της Κοινωνικής Υπηρεσίας είναι ιατρικές εξετάσεις του θετού γονέα, καταστάσεις μισθοδοσίας και λοιπά φορολογικά έγγραφα (εκκαθαριστικό, Ε9), ποινικό μητρώο και πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης. Τα οικονομικά και εισοδηματικά κριτήρια του υποψήφιου θετού γονέα λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ωστόσο δεν υπάρχει σαφές οικονομικό όριο και υπάρχουνε περιπτώσεις που το δικαστήριο αποφάνθηκε καταφατικά σε υποψηφίους με χαμηλό εισόδημα.  Είναι βέβαια σαφές ότι η τυχόν ανεργία ή το μηδενικό εισόδημα ενός υποψήφιου θετού γονέα λαμβάνεται κατά αρνητικό τρόπο υπόψη από το Δικαστήριο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με τη γέννησή του, το υιοθετούμενο τέκνο παραλαμβάνεται από τους θετούς γονείς, αφού πρώτα δοθεί μία πρώτη έγγραφη συναίνεση από τους φυσικούς γονείς. Όμως, η επίσημη συναίνεση των βιολογικών γονέων δίνεται μόνο μετά την παρέλευση τριών μηνών από τη γέννησή του.

 Αρμόδιο δικαστήριο για την τέλεση της υιοθεσίας είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει τη συνήθη διαμονή του εκείνος που υιοθετεί ή εκείνος που υιοθετείται. Το Δικαστήριο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και ελέγχει τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων για την υιοθεσία, τη σκοπιμότητά της και εάν η παρούσα υιοθεσία εξυπηρετεί παροντικά και μελλοντικά το συμφέρον του τέκνου. Στην επ΄ακροατηρίω διαδικασία επιβεβλημένη είναι η παρουσία τόσο των υποψηφίων θετών γονέων όσο και των βιολογικών γονέων του τέκνου. Η βιολογικοί γονείς εφόσον έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα πρέπει να συναινέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου στην υιοθεσία του τέκνου.

 

Τα αποτελέσματα της υιοθεσίας

Καινοτομία του σύγχρονου δικαίου αποτελεί η καθιέρωση με το ν.2447/1996 της πλήρους υιοθεσίας, που σημαίνει την πλήρη αποκοπή του ανηλίκου από τη φυσική οικογένεια και την πλήρη ένταξή τους ως συγγενούς στην οικογένεια των θετών γονέων. Τα ειδικότερα αποτελέσματα από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης είναι τα ακόλουθα:

Α)Λόγω της αρχής της πλήρους ένταξης τέκνου στην οικογένεια του θετού γονέα και της δημιουργίας τεχνητής συγγένειας μεταξύ τους, διακόπτεται κάθε νομικός δεσμός του τέκνου με τους βιολογικούς του γονείς, οι οποίοι δεν έχουν ούτε δικαίωμα επικοινωνίας με αυτό. Τεχνητή συγγένεια δημιουργείται φυσικά όχι μόνο μεταξύ του θετού γονέα και του τέκνου αλλά και με τους συγγενείς του πρώτου. Ο ανήλικος έχει έναντι του θετού γονέα και των συγγενών του όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου γεννημένου σε γάμο.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι στην περίπτωση που ο σύζυγος υιοθετεί το τέκνου του άλλου, οι δεσμοί του υιοθετούμενου με το φυσικό γονέα και τους συγγενείς του δεν διακόπτονται.

Β)Το θετό τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα του, στο οποίο έχει το δικαίωμα με την ενηλικίωσή του, να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του.

Γ) Η γονική μέριμνα ασκείται πλέον από τους θετούς γονείς, ενώ αν για οποιοδήποτε λόγο λυθεί ο μεταξύ τους γάμος, το δικαστήριο αποφασίζει την ανάθεση της γονικής μέριμνας σε έναν από τους δύο. Στην περίπτωση που ένας από τους συζύγους υιοθετήσει το τέκνο του άλλου η γονική μέριμνα ασκείται και από τους δύο.

  Επιμέλεια: Βάσω Αραμπατζή, α. δικηγόρος